Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Διαδεδομένο αντιβιοτικό αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου


Η αζιθρομυκίνη συνδέεται με σοβαρές καρδιακές επιπλοκές
Διαδεδομένο αντιβιοτικό αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου
Ανησυχία προκαλούν τα ευρήματα για την αζιθρομυκίνη

Μια νέα μελέτη συνδέει ένα από τα πλέον διαδεδομένα αντιβιοτικά με σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσεις και αύξηση του κινδύνου θανάτου όσων το λαμβάνουν. 

Το αντιβιοτικό
Η αζιθρομυκίνη ανήκει στις μακρολίδες, μια κατηγορία αντιβιοτικών οποία περιλαμβάνει επίσης τα αντιβιοτικά ερυθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη. Είναι ένα από τα πλέον συνταγογραφούμενα αντιβιοτικά στον κόσμο επειδή έχει ένα ευρύ φάσμα δράσης ενώ παράλληλα απαιτείται η χορήγηση λιγότερων δόσεων σε σύγκριση με άλλα αντιβιοτικά. Χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση της βρογχίτιδας, της πνευμονίας, λοιμώξεων των αφτιών αλλά και σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων.

Η μελέτη
Ερευνητές του Πανεπιστημίου Vanderbilt στο Τενεσί μελέτησαν την επίδραση της αζιθρομυκίνης σε 348 χιλιάδες άτομα σε σύγκριση με εκατομμύρια άλλα άτομα που είτε δεν είχαν λάβει το συγκεκριμένο αντιβιοτικό είτε είχαν λάβει αμοξικιλλίνη, ένα παρεμφερές με την αζιθρομυκίνη αντιβιοτικό που όμως θεωρείται ασφαλές για την καρδιά.
Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι όσοι λάμβαναν αζιθρομυκίνη είχαν 2,5 φορές περισσότερες πιθανότητες (εντός πέντε ημερών από την έναρξη θεραπείας) να υποστούν σοβαρές καρδιακές επιπλοκές ικανές να οδηγήσουν στον θάνατο σε σχέση με όσους λάμβαναν αμοξικιλλίνη.

Μάλιστα, όπως αναφέρουν οι ερευνητές, οι πιθανότητες πρόκλησης σοβαρών καρδιακών επιπλοκών πολλαπλασιάζονταν στους ασθενείς που λάμβαναν αζιθρομυκίνη και είχαν ήδη διαγνωστεί με αυξημένο καρδιακό κίνδυνο.
Η μελέτη δείχνει ότι για κάθε εκατομμύριο ασθενών που λαμβάνουν αζιθρομυκίνη καταγράφονται 47 επιπλέον θάνατοι σε σύγκριση με τον αριθμό των θανάτων ανά εκατομμύριο ασθενών που λαμβάνουν αμοξικιλλίνη. Αν και το ποσοστό είναι σχετικά μικρό οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη τους κρούει ένα καμπανάκι κινδύνου το οποίο πρέπει να λάβουν υπόψη τους γιατροί και ασθενείς.Η μελέτη δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «New England Journal of Medicine».


Πηγή

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου